Αναπολώντας τα αστέρια…

Μεγάλωσα στις φτωχογειτονιές της Δραπετσώνας. Θυμάμαι ακόμα φίλους παιδικούς. Ακόμα και τώρα τα λέμε που και που χάρη στην τεχνολογία (Βλέπε Φατσομπούκ & email).

Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι η έννοια της γειτονιάς και της παρέας. Πηγαίναμε σχολείο όλοι μαζί και τσοντάραμε όλοι μαζί για να αγοράσουμε απέναντι από ένα ψιλικατζίδικο λαστιχένιο μπαλάκι για να παίξουμε μπάλα στα διαλλείματα. Γυρνώντας από το σχολείο πετάγα την τσάντα μου και πάλι έξω στην γειτονιά να παίξω με την παρέα. Μπάλα και πόλεμος ήταν το ημερήσιο μενού! Καθόμασταν γύρω γύρω παίρναμε ξύλα από το ξυλουργείο του Κου Θανάση καρφώναμε ένα μανταλάκι επάνω και τα όπλα μας ήταν έτοιμα! Τα πυρομαχικά μας ήταν τα λάστιχα από το μπακάλικο! Θεέ μου τι όμορφα χρόνια! Ανεμελιά παρέα και παντού γέλια φωνές και φασαρία! Και οι μαμάδες από πίσω να φωνάζουν και καλά θυμωμένα ”Βρε αλήτη Τάκη πότε θα μαζευτείς κωπρόσκυλο μέσα” και έλεγε ο Τάκης και ο κάθε Τάκης ”Έλα ρε μαμά με τους φίλους μου είμαι!” Και η μαμά γύρναγε το κεφάλι της και έκρυβε ένα τεράστο χαμόγελο. Άρεσε στην μαμά να βλέπει ευτυχισμένα παιδιά να τρέχουν να παίζουν!

Και περιμέναμε όλοι το Σάββατο εγώ και οι φίλοι μου που θα μας έπαιρνε ο Πατέρας μου εμένα και τους φίλους μου στο τρίκυκλο να μας πάει στην Ελευσίνα για μπάνιο στην θάλασσα! Παιχνίδι ατελείωτο και γυρνούσαμε αργά το βράδυ! Τα πιο ευτυχισμένα μας Σάββατα ήταν αυτά!

Κι ερχόταν το βραδάκι. Πόρτες Παράθυρα ανοιχτά! Κι άκουγες κόσμο να γελά να έρχονται φίλοι στο κάθε σπίτι! Άκουγες τα πάντα και γέλαγες κι εσύ με τα αστεία τους πολλές φορές! Τι ωραίες βραδιές ήταν αυτές!

Πολλές φορές καθόμασταν στα σκαλιά του σπιτιού μπροστά! Μέχρι αργά το βράδυ. Και πέρναγε κόσμος με χαμόγελο και μας χαιρετούσαν! Και εγώ τι έκανα; Κοίταγα συνέχεια τα αστέρια και μου άρεσε πολύ! Και μετά όταν ήμουν στο κρεβάτι μου τα κοιτούσα από το ανοιχτό μου παράθυρο! Τι μαγεία ήταν αυτή;

Πέρασαν τα χρόνια φύγαμε από την Δραπετσώνα, μεγαλώσαμε, κάναμε οικογένεια. Έχουμε παιδιά, και αυτοκίνητο (Πάει το τρίκυκλο του Πατέρα μου) μένουμε στα Β. Προάστεια πια. Μέσα σε κουτιά. Πάει το σπίτι στην Δραπετσώνα με την αυλή που ήταν γεμάτο λουλούδια και λεμονιές. Έγινε και αυτό πολυκατοικία. Η παρέα αντικαταστάθηκε με μία οθόνη και τα γέλια έγιναν χαρακτήρες στην οθόνη ”χαχαχαχαχαχαχα”. Δεν υπάρχει χρόνος να βρεθώ με τους φίλους μου. Όλοι δουλεύουν από το πρωΐ ώς το βράδυ. Το κεφάλι μας γέμισε προβλήματα για πολύ δυνατούς λύτες! Πάνε και τα Σάββατα! Αποφάσισα να δουλεύω και τα Σάββατα.

Και κάθομαι το βράδυ στο μπαλκόνι μου που βλέπω τα σώβρακα του Κυρ-Αντώνη απέναντι που μόλις τα έχει πλύνει. Σηκώνω το κεφάλι μου που και που ψηλά μήπως δω τα αστέρια αλλά μάταια δεν τα βλέπω. Και σκέφτομαι ”Πόσο άτυχη είναι η κόρη μου. Ποτέ δεν θα γνωρίσει την γειτονιά την παρέα την όμορφη αυλή του σπιτιού στην Δραπετσώνα” Τι κόσμο να της δώσω ως Πατέρας; Αυτά σκέφτομαι και θλίβομαι.

Μα τι κάθομαι και σκέφτομαι ε; Μαλακίες σκέφτομαι! Έχει η κοράκλα μου τις Barbie και τις Poly pocket για να παίζει! Σιγά μην χρειάζεται παρέα! Κι εγώ έχω μία τζιπάρα σωστή. Χέστηκα για το τρίκυκλο του Πατέρα μου. Δεν θυμάμαι που κατέβαινα όταν φτάναμε Ελευσίνα και ήμουν μαύρος από το καυσαέριο; Σαν μπουρλοτιέρης ήμουν. Ποιος τα χρειάζεται αυτά; Σιγά τώρα έχω το Facebook για τους φίλους μου να τα λέω. Πρέπει να βγαίνουμε;

Αστο διάολο πέρασε ή ώρα… Κάτσε να κλειδώσω την πόρτα και τα παράθυρα….

Φεύγοντας ρίχνω μία τελευταία ματιά στον ουρανό… Ακόμα δεν βλέπω τα αστέρια…